Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παράλογος < παρά + λόγος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παράλογος

  1. που δεν σκέφτεται λογικά
    μη γίνεσαι παράλογος
  2. που είναι αντίθετος με τη λογική
    έχεις υπερβολικές και παράλογες απαιτήσεις

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία