Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική θυμωμένος θυμωμένη θυμωμένο
γενική θυμωμένου θυμωμένης θυμωμένου
αιτιατική θυμωμένο θυμωμένη θυμωμένο
κλητική θυμωμένε θυμωμένη θυμωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θυμωμένοι θυμωμένες θυμωμένα
γενική θυμωμένων θυμωμένων θυμωμένων
αιτιατική θυμωμένους θυμωμένες θυμωμένα
κλητική θυμωμένοι θυμωμένες θυμωμένα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

θυμωμένος < παθητική μετοχή του θυμώνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

θυμωμένος -η -ο

  • που έχει θυμώσει, που διακατέχεται από θυμό, οργή

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία