Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἤρεμος, ήμερος, ἥμερος

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ήρεμος ήρεμη ήρεμο
γενική ήρεμου ήρεμης ήρεμου
αιτιατική ήρεμο ήρεμη ήρεμο
κλητική ήρεμε ήρεμη ήρεμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ήρεμοι ήρεμες ήρεμα
γενική ήρεμων ήρεμων ήρεμων
αιτιατική ήρεμους ήρεμες ήρεμα
κλητική ήρεμοι ήρεμες ήρεμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ήρεμος < ελληνιστική κοινή ἤρεμος < αρχαία ελληνική ἠρεμαῖος < ἠρέμα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁rem- (ηρεμώ, ξεκουράζομαι)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈi.ɾɛ.mɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈi.ɾɛ.mi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈi.ɾɛ.mɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ήρεμος, -η, -ο

  1. χωρίς ταραχή και αναστάτωση
      συνώνυμα: ατάραχος, γαλήνιος, ήσυχος
      αντώνυμα: ταραγμένος
  2. (για άνθρωπο) που αντιδρά με ήπιο τρόπο στα ερεθίσματα
      συνώνυμα: ήσυχος, νηφάλιος, πράος

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία