Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική συγκεντρωμένος συγκεντρωμένη συγκεντρωμένο
γενική συγκεντρωμένου συγκεντρωμένης συγκεντρωμένου
αιτιατική συγκεντρωμένο συγκεντρωμένη συγκεντρωμένο
κλητική συγκεντρωμένε συγκεντρωμένη συγκεντρωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συγκεντρωμένοι συγκεντρωμένες συγκεντρωμένα
γενική συγκεντρωμένων συγκεντρωμένων συγκεντρωμένων
αιτιατική συγκεντρωμένους συγκεντρωμένες συγκεντρωμένα
κλητική συγκεντρωμένοι συγκεντρωμένες συγκεντρωμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγκεντρωμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συγκεντρώνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συγκεντρωμένος αρσενικό, συγκεντρωμένη θηλυκό, συγκεντρωμένο ουδέτερο

  1. που έχει συγκεντρωθεί, μαζεμένος
    οι στρατιώτες μοιράστηκαν τα συγκεντρωμένα λάφυρα
  2. που έχει συγκεντρωθεί σε ένα σημείο
    οι υπηρεσίες είναι συγκεντρωμένες στο κέντρο της πόλης
  3. που έχει συγκεντρωθεί σε ένα πράγμα, που έχει εστιάσει την προσοχή του
    τα παιδιά άκουγαν συγκεντρωμένα το μάθημα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία