Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγκεντρώνω < συν + κέντρο + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική concentrer)
(η λέξη μαρτυρείται από το 1814)

  ΡήμαΕπεξεργασία

συγκεντρώνω (παθητική φωνή: συγκεντρώνομαι)

  1. μαζεύω, συλλέγω, φέρνω διάφορα πράγματα ή άτομα σε κάποιο σημείο
    Χθες ο Στέφανος συγκέντρωσε πληροφορίες για το έγκλημα το οποίο συνέβη.
  2. (κατ' επέκταση) έχω
  3. (μεταφορικά) προσελκύω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία