Ελληνικά (el) Edit

  Ετυμολογία Edit

μαζεύω < ή από το ελληνιστικό ὁμαδεύω (συγκεντρώνω) (<αρχαία ελληνική ὁμαδέω, ὁμός,ὁμάς) ή από το μαζί (μάζα-μᾶζα < μάσσω)

  ΠροφοράEdit

ΔΦΑ : /ma.ˈzɛ.vɔ/

  ΡήμαEdit

μαζεύω

  1. συγκεντρώνω, ομαδοποιώ έμψυχα και άψυχα, μονάδες που είναι σκόρπιες τις συλλέγω, τις τακτοποιώ ή τις αποθηκεύω
    Η συγκέντρωση μάζεψε κόσμο στην πλατεία
    Δεν πας στην πλατεία να μαζέψεις καμιά φορά τα παιδιά στο σπίτι;
    Μάζεψα τα μαλλιά μου - Μάζεψα ραδίκια-ελιές-τα αρνία στο μαντρί
    Μαζεύω γραμματόσημα-Μαζεύω χρήματα για τις διακοπές
  2. παίρνω κάτι από κάπου που δεν είναι η θέση του
    Μάζεψε τις κάλτσες σου από την κουζίνα
    Εσκυψα και μάζεψα τα πεσμένα χαρτιά ενώ τα είχε ρίξει άλλος
  3. ζητώ από κάποιον να περιοριστεί, τον ανακαλώ στην τάξη
    Μάζεψε τα πόδια μου για να περάσει ο ηλικιωμένος
    Μάζεψε τα κουλά σου και μην τα ξαναπλώσεις στο παιδί!
    Μάζεψε τη γλώσσα σου!
    Θα σου τον μαζέψω εγώ. Θα δει αυτός!
  4. μικραίνω, κονταίνω, συρρικνώνω, συστέλλω
    Ο ράφτης μάζεψε το παντελόνι
  5. (αργκό) κερδίζω στο καζίνο, στα χαρτιά
    Τους τα μάζεψα -Μάζεψα όλο το χαρτί (το χρήμα δηλαδή)

Δείτε επίσηςEdit

ΕκφράσειςEdit

  • τις μαζεύω, τις μαζεύω γεράβλέπε έκφραση: τρώω ξύλο

ΑντώνυμαEdit

Συγγενικές λέξειςEdit

ΣύνθεταEdit

ΚλίσηEdit

ΚλισηEdit

Υπάρχουν εκτός των ανωτέρω και οι λαϊκότροποι τύποι έμασα και θα μάσω, έχω μάσει

  ΜεταφράσειςEdit