Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

collect (en)

  1. μαζεύω, συγκεντρώνω
  2. συλλέγω
    he collects stamps
  3. εισπράττω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

collect (en)