Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρώω ξύλο < τρώω + ξύλο

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈtɾɔ.ɔ⋅ˈksi.lɔ/

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

τρώω ξύλο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία