Δείτε επίσης: χρόνια

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χρονιά οι χρονιές
      γενική της χρονιάς των χρονιών
    αιτιατική τη χρονιά τις χρονιές
     κλητική χρονιά χρονιές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρονιά < χρόνος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /xɾɔ.ˈɲa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρονιά θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία