Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοψοχρονιά < → λείπει η ετυμολογίακόβω΄χρόνο΄δηλ. κόβω ένα μέρος από κάτι

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

κοψοχρονιά

  • πολύ φθηνά, ευκαιρία
    βρήκα τυχαία αυτό το αυτοκίνητο και το πήρα κοψοχρονιά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία