Άνοιγμα κυρίως μενού

Βικιλεξικό β

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρόνος χρόνοι
γενική χρόνου χρόνων
αιτιατική χρόνο χρόνους
κλητική χρόνε χρόνοι
η δοτική χρόνω επιβιώνει σε τυποποιημένες εκφράσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρόνος< αρχαία ελληνική χρόνος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈxɾɔ.nɔs/
 
O Κρόνος που συνάπτεται ή με το χρόνος ή με το "κραίνω"

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρόνος αρσενικό

  1. θεμελιώδης έννοια μέσω της οποίας αντιλαμβάνεται ο ανθρώπινος νους τη ροή των γεγονότων στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, τη διαδοχή τους και τη διάρκειά τους
    • ο χρόνος κυλάει αδιάκοπα και αναπότρεπτα
    • γιατί άπιστος κρέμεεται ο Χρόνος στον άνθρωπο επάνω και της ζωής κλωθοστρίβει τους δρόμους (απόδοση Γρυπάρη, Πίνδαρος)
    • ο χρόνος είναι έννοια απλή και καθαρή, που φαινομενικά συντελείται (δεν είναι κάτι στατικό) από α. γεγονότα/αλλαγές κατάστασης, β. συστημική διάρκεια (από γεγονός σε γεγονός) μετρήσιμη μέσω σύγκρισης διαφορετικής συχνότητας μεταβολής άλλων γεγονότων (μεταξύ γεγονότων αλλού συστήματος), γ. ικανότητα καταγραφής των γεγονότων• όμως εγγενώς αποτελεί φαινόμενο σταδιακής εντροπικής συσσώρευσης από την τάξη μεγέθους Planck και άνωθεν, και όχι θεμέλια κοσμική ιδιότητα, διότι στην κλίμακα Planck ταυτίζεται με την ενέργεια και τις πιθανές σχετικές εκδηλώσεις αυτής σε παρατηρητή
  2. χρονικό διάστημα σε σχέση με
    1. γεγονός (ακόμη κι ασαφές [αίσθηση χρόνου λόγω μνήμης λειτουργικού εγκεφάλου], πχ. κάθισα πολύ κάπου και θυμάμαι περίπου πότε ήρθα [γεγονός] σε αντίθεση με άτομα που έχουν βαριά ιπποκάμπια αμνησία [πέραν των 15 με 30 δευτερολέπτων της βραχυπρόθεσμης μνήμης που εδρεύει σε διαφορετικό κύκλωμα], βαρέθηκα, γεγονός αποτελεί και η κάθε στιγμή αφού ο άνθρωπος δεν είναι θεμελιώδες σωματίδιο αλλά έχει πολυσύνθετη δομή και συνεχώς βιώνει εσωτερικά μικρογεγονότα, πχ. ροή σκέψης, επίγνωση ύπαρξης κτλ.)
      δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου
    2. χρονική διάρκεια (απόσταση μεταξύ γεγονότων πχ. διάρκεια ύπνου, σπουδών, προεδρίας, επίσκεψης) μετρημένη σε καθιερωμένη περιοδική μονάδα χρονομέτρησης (πχ. έτος, ημέρα) που με την σειρά της βασίζεται σε φυσικό, -ά γεγονότα [μεταβολές κατάστασης] (εμφάνιση ήλιου κάθε πρωί, ταλάντωση κρυστάλλου χαλαζία/μηχανικό/ατομικό ρολόι, αστρονομική διόρθωση της απόλυτης ώρας σε σχέση με θέση ουράνιων σωμάτων όπως συμφώνησε η παγκόσμια επιτροπή μέτρων και σταθμών)
    3. αναγωγιστικά-κβαντομηχανικά ο χρόνος ορίζεται ως διάστημα ανάμεσα σε μεταβολές κυματοσυναρτήσεων/γεγονότα αλλαγής (η διάρκεια μιας κυματοσυνάρτησης μέχρι την μεταβολή της είναι ακαριαία-μηδενική εκτός και αν συγκριθεί με διαφορετικής συχνότητας μεταβολή άλλης κυματοσυνάρτησης, δηλαδή στην σωματιδιακή φυσική η χρονική διάρκεια και ο χρόνος είναι έννοιες σχετικές, σε αυτό το γεγονός βασίζεται η ειδική σχετικότητα, όμως η ειδική σχετικότητα δεν είναι όσο θεμελιώδης όσο η κβαντική χρωμοδυναμική, στην κβαντική χρωμοδυναμική ο χρόνος είναι εντροπική εκδήλωση σαφέστατα μη θεμελιώδης που προκύπτει δευτερογενώς)
  3. (αθλητισμός) το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο ένας αθλητής ολοκληρώνει την προσπάθειά του
    ο δρομέας κάλυψε την απόσταση σε χρόνο-ρεκόρ
  4. φάση μιας διαδικασίας
    ο τετράχρονος κινητήρας ολοκληρώνει έναν κύκλο σε τέσσερις χρόνους
  5. το έτος, η χρονιά
    ένας χρόνος πέρασε από τότε που συναντηθήκαμε για τελευταία φορά
  6. μονάδα μέτρησης της ηλικίας
    το παιδί έγινε κιόλας δύο χρονών, ένας νέος είκοσι χρόνων
  7. η ηλικία
    να 'χα τα χρόνια σου (να ήμουν νέος σαν κι εσένα)
  8. (στον πληθυντικό) η ιστορική περίοδος
    στα βυζαντινά χρόνια
 
Μετρώντας το χρόνο γύρω στο 1530 μ.Χ.
  1. χρόνος που μπορείς να διαθέσεις για κάτι
    • έχεις χρόνο να τα πούμε μετά;

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. πληθυντικός οι χρόνοι και τα χρόνια στις σημασίες 5-8,
  2. γενική πληθυντικού: χρονών και χρονώ όταν αναφέρεται στην ηλικία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

 
Μέτρηση χρόνου με κλεψύδρα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χρόνος χρόνω χρόνοι
Γενική χρόνου χρόνοιν χρόνων
Δοτική χρόν χρόνοιν χρόνοις
Αιτιατική χρόνον χρόνω χρόνους
Κλητική χρόνε χρόνω χρόνοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρόνος< συγγενές με το χείρ, αβέβαιης ετυμ.
 
Μέτρηση χρόνου με οριζόντιο ηλιακό ρολόι -στον Εθνικό Κήπο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρόνος αρσενικό

  1. χρόνος, χρονική στιγμή
    πρῶτον μὲν τὸν Πειραιᾶ ἐτειχίσαμεν ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ, εἶτα τὸ μακρὸν τεῖχος τὸ βόρειον (Δημοσθένης, Περὶ τῆς πρὸς Λακεδαιμονίους εἰρήνης)
  2. εποχή
  3. διάρκεια της ζωής, διάρκεια
    τεσσαράκοντα χρόνους ἐνιαυτῶν: διάρκειας 40 ετών
  4. ηλικία
  5. βραδύτητα, αργοπορία
    χρόνους ἐμποιεῖν (:κωλυσιεργείς, καθυστερείς)
  6. χρονος ρήματος
  7. ποιότητα - διάρκεια συλλαβής

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τόν ἀεί χρόνον : για πάντα
  • ὑπὸ αὐτὸν τὸν χρόνον: τότε, συγχρόνως, την ίδια εποχή
  • ὀλίγου χρόνου: όπου νά΄ναι, σε λίγο
  • ἐκ πολλοῦ χρόνου: από καιρό
  • χρόνω ύστερον : πολύ μετά, πολύ αργότερα
  • ἀνά χρόνον: μετά από λίγο καιρό
  • ἐς χρόνον : στο μέλλον
  • πόσου χρόνου; : σε πόση ώρα;
  • οὐ χρόνῳ : τώρα!
  • τοῖς χρόνοις: σύμφωνα με τις ημερομηνίες
  • Χρόνος, ὁ πάντων πατὴρ(Ομηρος)
  • ὅ τ᾽ ἐξελέγχων μόνος ἀλάθειαν ἐτήτυμον Χρόνος
  • ἄνακτα τόν πάντων ὑπερβάλλοντα Χρόνον μακάρων
  • ἀνδρῶν δικαίων Χρόνος σωτὴρ ἄριστος

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία