Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταυτοχρόνως < επίθετο ταυτόχρονος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ταυτοχρόνως

  1. (καθαρεύουσα) και (λόγιο) την ίδια στιγμή
  2. δείτε τη λέξη  ταυτόχρονα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη  ταυτόχρονα