Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταυτόχρονος < ελληνιστική κοινή ταὐτο- + χρόνος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ταυτόχρονος, -η, -ο

  1. που συμβαίνει την ίδια χρονική στιγμή ή περίοδο με κάτι άλλο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία