Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο -χρονος η -χρονη το -χρονο
      γενική του -χρονου της -χρονης του -χρονου
    αιτιατική τον -χρονο τη(ν) -χρονη το -χρονο
     κλητική -χρονε -χρονη -χρονο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι -χρονοι οι -χρονες τα -χρονα
      γενική των -χρονων των -χρονων των -χρονων
    αιτιατική τους -χρονους τις -χρονες τα -χρονα
     κλητική -χρονοι -χρονες -χρονα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-χρονος < λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-χρονος

  • δεύτερο συνθετικό για τη δημιουργία επιθέτων που αναφέρονται σε αριθμητικό και δείχνουν:
    1. πρόσωπο το οποίο έχει την ηλικία του πρώτου συνθετικού
    2. κάποιον ή κάτι που διαρκεί όσα χρόνια δηλώνει το πρώτο συνθετικό
    3. κάτι που εκτελείται ή λειτουργεί σε όσους χρόνους ή βήματα δηλώνει το πρώτο συνθετικό

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία