Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίχρονος < δι- + χρόνος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δίχρονος

  1. που αναφέρεται, αφορά, είναι ή γίνεται σε δύο χρόνια ή χρόνους:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία