Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακρόχρονος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακρόχρονος, -η, -ο

  1. που διαρκεί για πολύ χρόνο
     συνώνυμα: μακροχρόνιος
  2. (γραμματική, φωνητική) για φωνήεν ή συλλαβή με μακρά διάρκεια
    η μακρόχρονη παραλήγουσα στη λέξη «μῆλον» περισπάται
     συνώνυμα: μακρός
     αντώνυμα: βραχύχρονος, βραχύς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία