Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βήμα βήματα
γενική βήματος βημάτων
αιτιατική βήμα βήματα
κλητική βήμα βήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βήμα < αρχαία ελληνική βῆμα < βαίνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈvi.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βήμα ουδέτερο

  1. η κίνηση που κάνουμε όταν φέρνουμε το ένα πόδι μπροστά από το άλλο κατά το βάδισμα
  2. η απόσταση που διανύουμε όταν κάνουμε μία τέτοια κίνηση
  3. υπερυψωμένη κατασκευή στην οποία ανεβαίνει κάποιος που μιλάει σε δημόσια συνάθροιση
  4. (μεταφορικά) το μέρος ή η ευκαιρία που έχει κάποιος να εκφράσει δημόσια τις απόψεις του
    το περιοδικό μας θα δώσει ένα βήμα έκφρασης σε νέους δημιουργούς
  5. μέρος του τίτλου εφημερίδων ή άλλων ενημερωτικών εντύπων
  6. άγιο βήμα: το ιερό του χριστιανικού ναού, το μέρος όπου βρίσκεται η Αγία Τράπεζα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία