Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κίνηση οι κινήσεις
      γενική της κίνησης
& κινήσεως
των κινήσεων
    αιτιατική την κίνηση τις κινήσεις
     κλητική κίνηση κινήσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κίνηση < αρχαία ελληνική κίνησις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈci.ni.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κίνηση θηλυκό

  1. (φυσική) αποτέλεσμα της χρονικής εντροπίας
  2. η κυκλοφορία των οχημάτων
    ※  Παρακολουθούσα απ' το παράθυρο την κίνηση του δρόμου. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  3. (κατ' επέκταση) ο μεγάλος ή και υπερβολικός αριθμός οχημάτων που κυκλοφορούν σε μια δεδομένη στιγμή
    βρήκα κίνηση και άργησα
  4. πρωτοβουλία
    Έκανα την κίνηση και της μίλησα.
  5. δυναμικό κίνημα, οργάνωση ανθρώπων που κάτι θέλουν να αλλάξουν· κίνημα με έμφαση στην πρωτοβουλία αλλαγής (ενίοτε χρησιμοποιείται ως ονοματολογική διαφοροποίηση από άλλα κινήματα, οργανώσεις, συνδέσμους κτλ)
    κίνηση πολιτών, κίνηση πολιτών τάδε

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία