Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρωτοβουλία πρωτοβουλίες
γενική πρωτοβουλίας πρωτοβουλιών
αιτιατική πρωτοβουλία πρωτοβουλίες
κλητική πρωτοβουλία πρωτοβουλίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρωτοβουλία < πρώτος + βουλή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρωτοβουλία θηλυκό

μην παίρνεις πρωτοβουλίες χωρίς να ρωτήσεις κανέναν

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ιδιωτική πρωτοβουλία: οι ενέργειες των ιδιωτών στο χώρο της οικονομίας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία