Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εκκίνηση οι εκκινήσεις
      γενική της εκκίνησης
& εκκινήσεως
των εκκινήσεων
    αιτιατική την εκκίνηση τις εκκινήσεις
     κλητική εκκίνηση εκκινήσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκκίνηση < ελληνιστική κοινή ἐκκίνησις ((μεταφραστικό δάνειο) νέα ελληνική ξεκίνημα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εκκίνηση θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία