Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναχώρηση οι αναχωρήσεις
      γενική της αναχώρησης
& αναχωρήσεως
των αναχωρήσεων
    αιτιατική την αναχώρηση τις αναχωρήσεις
     κλητική αναχώρηση αναχωρήσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναχώρηση < αρχαία ελληνική ἀναχώρησις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναχώρηση θηλυκό

  1. το ξεκίνημα ενός ταξιδιού (λέγεται για τους ταξιδιώτες ή τα συγκοινωνιακά μέσα)
    αίθουσα αναχωρήσεων
  2. (συνεκδοχικά) το να εγκαταλείπει κάποιος την κοσμική ζωή και να μονάζει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία