Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

odlot 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

odlot (pl) αρσενικό

  1. αναχώρηση (εναέριου μεταφορικού μέσου)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία