Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

odjazd < από το ρήμα odjeżdżać

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

odjazd (pl) αρσενικό

  1. η αναχώρηση (επίγειου μεταφορικού μέσου)
    przed podróżą zawsze sprawdzam godzinę odjazdu pociągu - πριν το ταξίδι πάντα επαληθεύω την ώρα αναχώρησης της αμαξοστοιχίας

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία