Δείτε επίσης: ἐκκινῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκκινώ < αρχαία ελληνική ἐκκινέω / ἐκκινῶ < ἐκ + κινέω / κινῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱey-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.kiˈno/

  ΡήμαΕπεξεργασία

εκκινώ

  1. (λόγιο) (κυριολεκτικά) άλλη μορφή του ξεκινώ
     συνώνυμα: αναχωρώ
     αντώνυμα: σταματώ
  2. (λόγιο) (μεταφορικά) βασίζομαι σε μια λογική παραδοχή και αναπτύσσω τη σκέψη μου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία