Δείτε επίσης: σταματῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σταματώ < μεσαιωνική ελληνική σταματῶ < στάμα (κάθισμα) < ἵσταμαι[1]

  ΡήμαΕπεξεργασία

σταματώ/σταματάω, αόρ.: σταμάτησα, παθ.φωνή: σταματιέμαι, π.αόρ.: , μτχ.π.π.: σταματημένος

  1. (μεταβατικό) διακόπτω μια ενέργεια ενός άλλου ανθρώπου ή πράγματος
    σταμάτα τον πριν κάνει κάτι που θα το μετανιώσει
  2. (μεταβατικό) διακόπτω μια δική μου ενέργεια
    σταμάτα τις ανοησίες
  3. (αμετάβατο) παύω να κινούμαι
    το αυτοκίνητο δεν σταμάτησε στο κόκκινο φανάρι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία