Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναπτύσσω < αρχαία ελληνική ἀναπτύσσω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αναπτύσσω (παθητικό: αναπτύσσομαι)

  1. απλώνω, ξετυλίγω, ανοίγω μια κατασκευή
    • οι δυνάμεις του εχθρού αναπτύχθηκαν σε όλο το εύρος του μετώπου
    • Οι επιφάνειες του κύβου ή της πυραμίδας αναπτύσσονται στο επίπεδο, αλλά της σφαίρας όχι, και γι' αυτό το λόγο οι χάρτες δεν είναι ποτέ απολύτως ακριβείς.
  2. αυξάνω, μεγαλώνω, επεκτείνω
    • θέλω να επεκταθώ, αλλά για να αναπτυχθεί η επιχείρηση χρειάζονται κεφάλαια
  3. αυξάνω σωματικά
    • το παιδί πρέπει να τρώει καλά γιατί αναπτύσσεται
  4. εξελίσσω πνευματικά ή ψυχικά, προάγω
    • χρειάζεται εμπειρίες ο άνθρωπος για να αναπτυχθεί ο εγκέφαλος και οι ικανότητές του
    • η ιατρική δεν μπορεί να αναπτυχθεί σε χώρες που διαλύουν το νοσηλευτικό σύστημα
  5. παρουσιάζω μια θεωρία σχετικά εκτενώς, αλλά τονίζοντας απαραιτήτως όλα τα βασικά στοιχεία της
    • το θέμα δεν αναπτύχθηκε σωστά
  6. αυξάνω
    • το ΙΧ των ληστών ανέπτυξε ταχύτητα και χάθηκε μέσα στη νύχτα
  7. δημιουργώ, σχηματίζω
    • ανάμεσά τους αναπτύχθηκε γρήγορα μια τρυφερή σχέση

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία