Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναπτύσσομαι < παθητική φωνή του ρήματος αναπτύσσω < ανά + πτύσσω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.naˈpti.sɔ.mε/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αναπτύσσομαι

  1. εξελίσσομαι, βελτιώνομαι, αυξάνομαι
    η οικονομία αναπτύσσεται
    πήρα δάνειο από την τράπεζα και αναπτύσσομαι ως επιχείρηση συνεχώς
    αναπτύσσεται γρήγορα· είναι αρκετά ανεπτυγμένο παιδί για την ηλικία του
  2. καιδείτε τη λέξη: αναπτύσσω

συνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία