Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναπτύσσομαι: παθητική φωνή του ρήματος αναπτύσσω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.naˈpti.so.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐να‐πτύσ‐σο‐μαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

αναπτύσσομαι

  • δείτε τη λέξη αναπτύσσω
  • (για την παθητική φωνή) εξελίσσομαι, βελτιώνομαι, αυξάνομαι
    η οικονομία αναπτύσσεται
    πήρα δάνειο από την τράπεζα και αναπτύσσομαι ως επιχείρηση συνεχώς
    αναπτύσσεται γρήγορα· είναι αρκετά ανεπτυγμένο παιδί για την ηλικία του

συνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία