Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βελτιώνω < αρχαία ελληνική βελτιόω < βελτίων (συγκριτικός βαθμός του επιθέτου ἀγαθός)

  ΡήμαΕπεξεργασία

βελτιώνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία