Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική βέλτιστος βέλτιστη βέλτιστο
γενική βέλτιστου βέλτιστης βέλτιστου
αιτιατική βέλτιστο βέλτιστη βέλτιστο
κλητική βέλτιστε βέλτιστη βέλτιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βέλτιστοι βέλτιστες βέλτιστα
γενική βέλτιστων βέλτιστων βέλτιστων
αιτιατική βέλτιστους βέλτιστες βέλτιστα
κλητική βέλτιστοι βέλτιστες βέλτιστα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βέλτιστος < αρχαία ελληνική βέλτιστος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈvεl.ti.stɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈvεl.ti.sti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈvεl.ti.stɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βέλτιστος, -η, -ο

ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

  • το μη χείρον βέλτιστον : για περιπτώσεις που αποδεχόμαστε μια κατάσταση όχι πολύ θετική, με το επιχείρημα ότι αποφεύγομε κάτι που θα μπορούσε να είναι εντελώς επιζήμιο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βέλτιστος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βέλτιστος

  1. υπερθετικός βαθμός του ἀγαθός, ο πιο καλός