↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βέλτιστος η βέλτιστη το βέλτιστο
      γενική του βέλτιστου της βέλτιστης του βέλτιστου
    αιτιατική τον βέλτιστο τη βέλτιστη το βέλτιστο
     κλητική βέλτιστε βέλτιστη βέλτιστο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βέλτιστοι οι βέλτιστες τα βέλτιστα
      γενική των βέλτιστων των βέλτιστων των βέλτιστων
    αιτιατική τους βέλτιστους τις βέλτιστες τα βέλτιστα
     κλητική βέλτιστοι βέλτιστες βέλτιστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
βέλτιστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βέλτιστος

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈvel.ti.stos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βέλ‐τι‐στος

  Επίθετο

επεξεργασία

βέλτιστος, -η, -ο (χωρίς παραθετικά)

Εκφράσεις

επεξεργασία

Παροιμίες

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

με βελτιω-

με βελτι-, βελτιστο-

  Μεταφράσεις

επεξεργασία



γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική βέλτιστος βελτίστη τὸ βέλτιστον
      γενική τοῦ βελτίστου τῆς βελτίστης τοῦ βελτίστου
      δοτική τῷ βελτίστ τῇ βελτίστ τῷ βελτίστ
    αιτιατική τὸν βέλτιστον τὴν βελτίστην τὸ βέλτιστον
     κλητική ! βέλτιστε βελτίστη βέλτιστον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ βέλτιστοι αἱ βέλτισται τὰ βέλτιστ
      γενική τῶν βελτίστων τῶν βελτίστων τῶν βελτίστων
      δοτική τοῖς βελτίστοις ταῖς βελτίσταις τοῖς βελτίστοις
    αιτιατική τοὺς βελτίστους τὰς βελτίστᾱς τὰ βέλτιστ
     κλητική ! βέλτιστοι βέλτισται βέλτιστ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ βελτίστω τὼ βελτίστ τὼ βελτίστω
      γεν-δοτ τοῖν βελτίστοιν τοῖν βελτίσταιν τοῖν βελτίστοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'μέγιστος' όπως «μέγιστος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία

βέλτιστος < λείπει η ετυμολογία -ιστος

  Επίθετο

επεξεργασία

βέλτιστος, -η, -ον

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Παράγωγα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία