Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βελτιώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος βελτιώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

βελτιώνομαι

  1. βελτιώνω τον εαυτό μου, γίνομαι καλύτερος σε κάτι
    η κατάστασή του βελτιώνεται
  2. γίνομαι καλύτερος με τις ενέργειες άλλων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία