Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀγαθός < αβέβαιη η συνάφεια με ἄγαν και θεῖον

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀγαθός, -ή. -όν
  1. γενικά ο γενναίος, ο ευγενής
  2. ο καλός σε κάτι, ο άξιος
  3. ο έντιμος
  4. σε αναφορά επί πραγμάτων ο καλός, ο χρήσιμος

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

* ἀγαθοδαίμων
* ἀγαθοεργός
* ἀγαθοεργέω
* ἀγαθοποιός
* ἀγαθοποιέω
* ἀγαθωσύνη
* ἀγαθότης
* ἀγαθουργέω
* ἀγαθοφανής
* ἀγαθόφρων
* ἀγαθόω
* ἀγαθύνω
* Ἀγάθυρσοι
* Ἀγάθυρσος
* Ἀγάθων
* Ἀγαθώνυμος
* ἀγαθῶς

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία