Δείτε επίσης: γενναῖος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γενναίος η γενναία το γενναίο
      γενική του γενναίου της γενναίας του γενναίου
    αιτιατική τον γενναίο τη γενναία το γενναίο
     κλητική γενναίε γενναία γενναίο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γενναίοι οι γενναίες τα γενναία
      γενική των γενναίων των γενναίων των γενναίων
    αιτιατική τους γενναίους τις γενναίες τα γενναία
     κλητική γενναίοι γενναίες γενναία
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γενναίος < αρχαία ελληνική γενναῖος < γέν-ος ή γέννα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γενναίος

  1. που δείχνει ή χαρακτηρίζεται από γενναιότητα, που αντιμετωπίζει τους κινδύνους ή τις αντιξοότητες χωρίς να δειλιάσει, που δείχνει θάρρος και ταυτόχρονα υψηλό ήθος
     συνώνυμα: ανδρείος, ατρόμητος, άφοβος
     αντώνυμα: δειλός
  2. πλουσιοπάροχος, γενναιόδωρος
    ο υπουργός υποσχέθηκε γενναίες αυξήσεις στους μισθωτούς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία