↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο άξιος η άξια το άξιο
      γενική του άξιου της άξιας του άξιου
    αιτιατική τον άξιο την άξια το άξιο
     κλητική άξιε άξια άξιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι άξιοι οι άξιες τα άξια
      γενική των άξιων των άξιων των άξιων
    αιτιατική τους άξιους τις άξιες τα άξια
     κλητική άξιοι άξιες άξια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
άξιος < αρχαία ελληνική ἄξιος < ἄγω

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈa.ksi.os/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈa.ksi.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈa.ksi.o/ θηλυκό

  Επίθετο

επεξεργασία

άξιος -α -ο

Αντώνυμα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία
→ δείτε τη λέξη  αξιο- και αξιό-

  Μεταφράσεις

επεξεργασία