Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αξίωμα αξιώματα
γενική αξιώματος αξιωμάτων
αιτιατική αξίωμα αξιώματα
κλητική αξίωμα αξιώματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αξίωμα < αρχαία ελληνική ἀξίωμα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈksi.ɔ.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αξίωμα ουδέτερο

  1. θέση σε ιεραρχία, συνήθως όχι η κατώτερη
  2. (μαθηματικά), (λογική), (φιλοσοφία) πρόταση η οποία δεν αποδεικνύεται αλλά τη δεχόμαστε σαν αληθινή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία