Δείτε επίσης: chargé

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

charge < (κληρονομημένο) μέση αγγλική chargen < παλαιά γαλλική chargier < λατινική carricare < carrus

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /t͡ʃɑːd͡ʒ/ (βρετανικό)
ΔΦΑ : /t͡ʃɑɹd͡ʒ/ (ΗΠΑ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
charge charges

charge (en)

  1. ευθύνη, αρμοδιότητα, αξίωμα
  2. το φορτίο
  3. το ηλεκτρικό φορτίο
  4. η κατηγορία
  5. η επέλαση
  6. ο έφοδος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας charge
γ΄ ενικό ενεστώτα charges
αόριστος charged
παθητική μετοχή charged
ενεργητική μετοχή charging

charge (en)

  1. αναθέτω ένα καθήκον, μια αρμοδιότητα
  2. φορτώνω
  3. φορτίζω
  4. κατηγορώ
  5. επελαύνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

charge 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
charge charges

charge (fr) θηλυκό

  1. το φορτίο
  2. το αξίωμα, η εξουσία
  3. ο έφοδος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία