Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

attack (en)

  1. επίθεση
  2. (πληροφορική) η προσπάθεια εκμετάλλευσης κενού ασφαλείας ώστε να προσπελαστεί υπολογιστής
    δείτε τη λέξη zero-day attack

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

attack (en)