Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επιθετικός η επιθετική το επιθετικό
      γενική του επιθετικού της επιθετικής του επιθετικού
    αιτιατική τον επιθετικό την επιθετική το επιθετικό
     κλητική επιθετικέ επιθετική επιθετικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επιθετικοί οι επιθετικές τα επιθετικά
      γενική των επιθετικών των επιθετικών των επιθετικών
    αιτιατική τους επιθετικούς τις επιθετικές τα επιθετικά
     κλητική επιθετικοί επιθετικές επιθετικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιθετικός
γενική έννοια < αρχαία ελληνική ἐπιθετικός
για τη γραμματική < ελληνιστική κοινή ἐπιθετικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επιθετικός -ή -ό

  1. που έχει σχέση με την επίθεση
    Πώς μπορεί ο δάσκαλος να αντιμετωπίζει την επιθετική συμπεριφορά ενός μαθητή;
    επιθετική διαφήμιση του προϊόντος στην αγορά
    ο προπονητής της ομάδας είπε ότι οι παίκτες θα πρέπει να γίνουν πιο επιθετικοί
  2. (γραμματική) που συσχετίζεται με το επίθετο
    επιθετικός προσδιορισμός, επιθετική μετοχή
  3. (ουσιαστικοποιημένο) (αθλητισμός) ο παίκτης μιας ομάδας (ποδοσφαίρου, μπάσκετ κλπ) που παίζει κυρίως στην επίθεση, προσπαθώντας να διασπάσει την αντίπαλη άμυνα και να βάλει πόντο (γκολ, καλάθι κλπ)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία