Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
attacker attackers

attacker (en)

  1. αυτός που διαπράττει μια επίθεση, ο δράστης μιας επίθεσης
  2. (αθλητισμός) ο επιθετικός (παίκτης)
     συνώνυμα: striker, forward

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία