Αγγλικά (en) Επεξεργασία

Open book 01.svg ΕπίθετοΕπεξεργασία

forward (en)

  • μπροστινός
  • προχωρημένος
  • προνοητικός, αυτός που σκέφτεται για το μέλλον
forward thinking / προνοητική ή προχωρημένη σκέψη

Open book 01.svg ΕπίρρημαΕπεξεργασία

forward (en)

  1. προς τα εμπρός
  2. έπειτα, μελλοντικά
    From this time forward, he was a different person
    Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, ήταν διαφορετικός άνθρωπος

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Open book 01.svg ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
forward forwards

forward (en)


Open book 01.svg ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας forward
γ΄ ενικό ενεστώτα forwards
αόριστος forwarded
παθητική μετοχή forwarded
ενεργητική μετοχή forwarding

forward (en)

  • προωθώ
    Can you please forward this email to me?
    Μπορείς σε παρακαλώ να μου προωθήσεις αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα;