Αγγλικά (en)Επεξεργασία

ΕπίθετοΕπεξεργασία

forward (en)

  • μπροστινός
  • προχωρημένος
  • προνοητικός, αυτός που σκέφτεται για το μέλλον
forward thinking / προνοητική ή προχωρημένη σκέψη

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕπίρρημαΕπεξεργασία

forward (en)

  1. προς τα εμπρός
  2. έπειτα, μελλοντικά
    From this time forward, he was a different person
    Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, ήταν διαφορετικός άνθρωπος

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
forward forwards

forward (en)

ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας forward
γ΄ ενικό ενεστώτα forwards
αόριστος forwarded
παθητική μετοχή forwarded
ενεργητική μετοχή forwarding

forward (en)

  • προωθώ
    Can you please forward this email to me?
    Μπορείς σε παρακαλώ να μου προωθήσεις αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα;