Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φορτώνω < ελληνιστικό ρήμα φορτόω

  ΡήμαΕπεξεργασία

φορτώνω, παθ.φωνή: φορτώνομαι, παθ.μτχ φορτωμένος

  1. τοποθετώ βάρος πάνω σε μια επιφάνεια, μεταφορικό μέσο, ζώο, άνθρωπο
    Τα φόρτωσε στον κόκορα (δηλαδή σε κανέναν, έμειναν κατά συνέπεια όλες οι υποχρεώσεις ανεκπλήρωτες)
    φορτώνω μουλάρι, άλογο με φορτίο
  2. μεταφέρω στοιχεία/αρχεία σε ψηφιακή συσκευή
  3. (μεταφορικά) εμπλουτίζω υπερβολικά
    Φόρτωσε το κείμενο με ένα σωρό τεχνικές λεπτομέρειες ενώ η ουσία ήταν αλλού
    Τον φόρτωσαν παράσημα
    Ήρθε φορτωμένη με τόσα μπιζού που έμοιαζε χριστουγεννιάτικο δέντρο
  4. επιβαρύνω ψυχικά έναν άνθρωπο
  5. αδικώ έναν άνθρωπο επιβαρύνοντάς τον με κάτι που δεν ήταν δική του ευθύνη
    Του φόρτωσαν και ένα φόνο, ενώ είχε κάνει μόνο μία ληστεία
  6. (αργκό) εκνευρίζομαι, ανεβάζω στροφές, αρχίζω να τα παίρνω
  7. φορτίζω μπαταρία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία