Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξυλοφορτώνω < ξύλο + φορτώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξυλοφορτώνω

  1. χτυπώ κάποιον ασταμάτητα


ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία