Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεταπλαστικός η μεταπλαστική το μεταπλαστικό
      γενική του μεταπλαστικού της μεταπλαστικής του μεταπλαστικού
    αιτιατική τον μεταπλαστικό τη μεταπλαστική το μεταπλαστικό
     κλητική μεταπλαστικέ μεταπλαστική μεταπλαστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεταπλαστικοί οι μεταπλαστικές τα μεταπλαστικά
      γενική των μεταπλαστικών των μεταπλαστικών των μεταπλαστικών
    αιτιατική τους μεταπλαστικούς τις μεταπλαστικές τα μεταπλαστικά
     κλητική μεταπλαστικοί μεταπλαστικές μεταπλαστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταπλαστικός < λείπει η ετυμολογία


  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεταπλαστικός, -ή, -ό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία