Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική μεταπλαστικός μεταπλαστική μεταπλαστικό
γενική μεταπλαστικού μεταπλαστικής μεταπλαστικού
αιτιατική μεταπλαστικό μεταπλαστική μεταπλαστικό
κλητική μεταπλαστικέ μεταπλαστική μεταπλαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεταπλαστικοί μεταπλαστικές μεταπλαστικά
γενική μεταπλαστικών μεταπλαστικών μεταπλαστικών
αιτιατική μεταπλαστικούς μεταπλαστικές μεταπλαστικά
κλητική μεταπλαστικοί μεταπλαστικές μεταπλαστικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταπλαστικός < → λείπει η ετυμολογία


  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεταπλαστικός, -ή, -ό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία