Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
load loads

load (en)

(πληροφορική) φόρτωμα, η διαδικασία της φόρτωσης (loading), πχ. δεδομένων στην μνήμη

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας load
γ΄ ενικό ενεστώτα loads
αόριστος loaded
παθητική μετοχή loaded
ενεργητική μετοχή loading

load (en)

  1. φορτώνω
  2. (πληροφορική) φορτώνω [1], πχ. δεδομένα στην μνήμη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία