Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δαπάνη δαπάνες
γενική δαπάνης δαπανών
αιτιατική δαπάνη δαπάνες
κλητική δαπάνη δαπάνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δαπάνη < αρχαία ελληνική δαπάνη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δαπάνη θηλυκό

  1. το να δίνει κάποιος ένα χρηματικό ποσό για ένα αγαθό ή υπηρεσία
  2. το χρηματικό ποσό που κάποιος δαπανά
  3. (μεταφορικά) το ξόδεμα (δυνάμεων, πόρων κλπ)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δαπάνη < δαπανάω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δαπάνη θηλυκό

  1. η ενέργεια του δαπανάω, η κατανάλωση χρήσιμων πραγμάτων