Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπατάλη σπατάλες
γενική σπατάλης σπαταλών
αιτιατική σπατάλη σπατάλες
κλητική σπατάλη σπατάλες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπατάλη < ελληνιστική κοινή σπατάλη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπατάλη θηλυκό

με τις σπατάλες της για δικό της όφελος η κυβέρνηση έφερε την οικονομία στα όριά της

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία