Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική δαψιλής δαψιλής δαψιλές
γενική δαψιλούς δαψιλούς δαψιλούς
αιτιατική δαψιλή δαψιλή δαψιλές
κλητική δαψιλή(ής) δαψιλής δαψιλές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δαψιλείς δαψιλείς δαψιλή
γενική δαψιλών δαψιλών δαψιλών
αιτιατική δαψιλείς δαψιλείς δαψιλή
κλητική δαψιλείς δαψιλείς δαψιλή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δαψιλής < αρχαία ελληνική δαψιλής

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δαψιλής, δαψιλής, δαψιλές

  1. (λόγιο) που διατίθεται σε μεγάλη ποσότητα
     συνώνυμα: αδρός, αφειδής, άφθονος, πλουσιοπάροχος, πλούσιος
     αντώνυμα: ισχνός, πενιχρός, φτωχός
  2. (λόγιο) που διαθέτει σε μεγάλη ποσότητα
     συνώνυμα: γενναιόδωρος, μεγαλόδωρος
     αντώνυμα: φειδωλός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δαψιλής < δάπτω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

  1. άφθονος
  2. γενναιόδωρος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία