Δείτε επίσης: δαψιλῶς

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δαψιλώς < (καθαρεύουσα) δαψιλῶς < αρχαία ελληνική δαψιλῶς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ða.psiˈlos/
συλλαβισμός: δα‐ψι‐λώς

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

δαψιλώς

  1. άφθονα, πλουσιοπάροχα
  2. γενναιόδωρα
    ※ Τὸ ἀνάστημά μου θὰ διεγράφετο διὰ μίαν στιγμὴν ὑψηλὸν καὶ δεχόμενον δαψιλῶς τὸ φῶς τῆς σελήνης, ἐπάνω τοῦ βράχου. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Όνειρο στο κύμα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία