Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δαψίλεια οι δαψίλειες
      γενική της δαψίλειας των δαψιλειών
    αιτιατική τη δαψίλεια τις δαψίλειες
     κλητική δαψίλεια δαψίλειες
όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δαψίλεια < αρχαία ελληνική δαψίλεια < δαψιλής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δαψίλεια θηλυκό

  1. (αρχαιοπρεπές) αφθονία
  2. (αρχαιοπρεπές) γενναιοδωρία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική δαψίλεια δαψιλεία δαψίλειαι
Γενική δαψιλείας δαψιλείαιν δαψιλειῶν
Δοτική δαψιλεί δαψιλείαιν δαψιλείαις
Αιτιατική δαψίλειαν δαψιλεία δαψιλείας
Κλητική δαψίλεια δαψιλεία δαψίλειαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δαψίλεια < δαψιλής + -εια

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δαψίλεια θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία