Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αχανής αχανής αχανές
γενική αχανούς αχανούς αχανούς
αιτιατική αχανή αχανή αχανές
κλητική αχανή(ς) αχανής αχανές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αχανείς αχανείς αχανή
γενική αχανών αχανών αχανών
αιτιατική αχανείς αχανείς αχανή
κλητική αχανείς αχανείς αχανή


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αχανής < αρχαία ελληνική ἀχανής < ἀ- + -χαν- (ἔ-χαν-ον, αόριστος β' του χάσκω) + -ής

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αχανής, -ής, -ές

  1. τεράστιος σε έκταση, απέραντος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία