Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απέραντος < αρχαία ελληνική ἀπέραντος < στερητικό α- + πέρας

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απέραντος

  1. τόσο μεγάλος που μοιάζει σαν να μην τελειώνει πουθενά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως για να εκφράσει κάτι με θαυμασμό ενώ για κάτι που μας δυσανασχετεί συνήθως χρησιμοποιείται το ατελείωτος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία